Έθιμα και Παραδόσεις

Το Παραδοσιακό Κρητικό Σπίτι

Γράφει ο Αντώνης Ψαρουδάκης

Στο τέλος του άρθρου θα βρεις ολόκληρη τη μελέτη σε pdf*

Υπάρχουν συλλογές από την επιθυμία έρευνας και μελέτης, από συναισθηματική ανάγκη του συλλέκτη και ως ανάγκη ένδειξης ανερχόμενης κοινωνικής θέσης του.

Η ανάγκη του ανθρώπου για συλλογή αντικειμένων υπάρχει από τα βάθη των αιώνων και μαρτυρείται σε όλο τον κόσμο.

Η έννοια του μουσείου είναι συνδεδεμένη με την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου για συλλογή και τη συγκέντρωση αντικειμένων του παρελθόντος.

Ορόσημο για την ιστορία των μουσείων είναι το μουσείο της Αλεξάνδρειας. Ήταν κέντρο έρευνας και μελέτης και αποτέλεσε, μαζί με τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, το μεγαλύτερο πολιτιστικό κέντρο του ελληνιστικού κόσμου.

Η Κρήτη, όπως έχουν δείξει οι αρχαιολογικές ανασκαφές, κατοικείται από αρχαιότατους χρόνους και η αρχιτεκτονική της έχει επηρεασθεί από πολλούς παράγοντες κυρίως όμως από την εναλλαγή των πολλών κατακτητών που πέρασαν από το νησί (Άραβες, Ενετοί, Τούρκοι). Έτσι σε όλο το νησί βλέπουμε διάσπαρτα Βενετσιάνικα κάστρα, Τούρκικα τζαμιά, Βυζαντινές εκκλησίες και δημόσια Ενετικά κτήρια.

Εκτός από τις μεγάλες πόλεις, υπάρχουν πολλά χωριά και οικισμοί που στην πλειοψηφία τους βρίσκονται στα ορεινά του νησιού (σε υψόμετρο 200-700 μ. περίπου), με μόνη εξαίρεση τα χωριά του οροπεδίου Λασιθίου και των Σφακίων, που βρίσκονται σε υψόμετρο μεγαλύτερο, όπου για λόγους προστασίας από εχθρικές επιδρομές, συνετέλεσαν ώστε να κτιστούν αρχικά στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές.

Χαρακτηριστικό των συνθηκών της ζωής που επικρατούσαν και άμεσα σχετιζόμενο με την δόμηση των παλαιοτέρων κρητικών συνοικισμών, είναι το μαρτυρούμενο σύστημα εσωτερικής επικοινωνίας του ενός σπιτιού με το άλλο, με κρυφές πόρτες, που εξασφάλιζαν την διαφυγή στο ύπαιθρο εκείνων που καταδιώκονταν από τον εχθρό.

Η πιο πρωτόγονη και λιτή μορφή του είναι το μονόχωρο με το χωμάτινο δάπεδο, τη στέγη από ξύλα και το ξύλινο πατάρι για τον ύπνο, με την θαυμαστή οικονομία χώρου και οργάνωσης. Κέντρο του σπιτιού είναι η παραστιά, η κουζίνα του σπιτιού, η αρχαία «εστία».

Στη συνέχεια το μονόχωρο εξελίχτηκε με την προσθήκη άλλου ενός ορόφου, όπου το ισόγειο χρησιμεύει για τον σταυλισμό των ζώων αλλά και ως αποθηκευτικός χώρος και στο πάνω επίπεδο ζει η οικογένεια. Αυτός ο τύπος διώροφου που είναι και ο πιο διαδεδομένος στην Κρήτη συχνά διαθέτει και συμπληρωματικούς βοηθητικούς χώρους γύρω από την αυλή του. Πολλές φορές μάλιστα θα συναντήσουμε επιμελημένα ανοίγματα από πωρόλιθο που σε ορισμένες περιπτώσεις περιλαμβάνουν υπέρθυρα με γλυπτά και ανάγλυφες παραστάσεις.

Με την προσθήκη επιπλέον χώρων συνεχίστηκε η εξέλιξη του κρητικού λαϊκού σπιτιού μέχρι να φτάσουμε στο γνωστό “καμαρόσπιτο” με τα πέτρινα τόξα και τη μεγαλύτερη άνεση, και το διώροφο σπίτι με μορφή Γ όπου οι διάφοροι συμπληρωματικοί χώροι αναπτύσσονται γύρω από την αυλή.

Με τον καιρό οι ορεινοί οικισμοί, κύρια κέντρα κατοικίας και του αγροτικού πληθυσμού, απέκτησαν δευτερεύουσα σημασία και έδωσαν την πρώτη θέση στους χειμερινούς οικισμούς (χειμαδιά), που βρίσκονταν χαμηλότερα, υπό ηπιότερες κλιματολογικές συνθήκες και σε ευκολότερη σύνδεση με τα κέντρα μεταφοράς και πώλησης των γεωργικών προϊόντων καθόσον ο ρόλος των δρόμων ήταν κατά βάση οικονομικός με μόνο σκοπό την διευκόλυνση των μεταφορών.

Εκτός από τους μόνιμους συνοικισμούς, υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά μέρη του νησιού και τα λεγόμενα μετόχια, μικροοικισμοί, που χρησιμοποιούνται εποχιακά για την καλλιέργεια της γης και την συγκομιδή καρπών.

 

Οι οικισμοί ανάλογα με το πού είναι κτισμένοι χωρίζονται σε τρεις γειτονιές : Πανωχώρι, Μεσοχωριά και Κατωχώρι. Οι οικισμοί είναι κτισμένοι πυκνά λόγω των πειρατικών επιδρομών, που επίσης είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν έχουμε στο νησί παραθαλάσσιους οικισμούς μέχρι το μέσο του 19ου αι.

Μετά τον 19ο αιώνα άρχισαν να κτίζονται οι πρώτοι παραλιακοί οικισμοί που σήμερα ο αριθμός τους είναι πολύ μεγάλος και παίζουν σημαντικό ρόλο στον τουρισμό του νησιού.

Το λαϊκό αγροτικό σπίτι είναι κατασκευασμένο από πέτρα, ξύλο και χώμα με λιτό χαρακτήρα. Το χρώμα του είναι προσαρμοσμένο με αυτό του περιβάλλοντος αφού οι Κρητικοί άρχισαν να βάφουν και να ασβεστώνουν τα σπίτια τους αργότερα. Τα χρώματα που επικρατούσαν ήταν ώχρα, γαλάζιο ή και ροζ. Σε κάθε αγροτικό σπίτι υπάρχει τζάκι συνήθως γωνιακό που χρησιμεύει για μαγείρεμα αλλά και σαν εστία θέρμανσης.

Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι το “σαχνισί” το οποίο αποτελούσε προσθήκη ενός κλειστού ξύλινου εξώστη στον όροφο του σπιτιού.

Οι εξώστες αυτοί κατασκευάζονται με ξύλινους προβόλους που στηρίζονται σε ξύλινες αντηρίδες. Στα Χανιά και στο Ρέθυμνο συχνά συναντάμε τύπους σπιτιών όπου η ξύλινη επένδυση δεν περιορίζεται στον εξώστη αλλά επεκτείνεται και σ` άλλα τμήματα της πρόσοψης του κτηρίου, πολλές φορές σ` ολόκληρο όροφο.

Χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του νησιού είναι το “καμαρόσπιτο”, σπίτι με μια κάμαρα που το χωρίζει σε δύο μέρη.

Με τον καιρό το καμαρόσπιτο εξελίσσεται και έχουμε την προσθήκη άλλης μιας κάμαρας με αποτέλεσμα να έχουμε το δικάμαρο σπίτι. Στην συνέχεια έχουμε την πρόσθεση κι άλλων κτισμάτων σε σχήμα Γ και το αποτέλεσμα είναι το σπίτι να γίνει διώροφο. Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας το αστικό σπίτι στα Χανιά, το Ρέθυμνο, το Ηράκλειο και τη Σητεία δέχονται παρεμβάσεις. Μία από αυτές είναι το “σαχνισί” το οποίο είναι ένας ξύλινος εξώστης στον όροφο.

Κατά την είσοδο στον προαύλιο χώρο του σπιτιού παρατηρούμε συνήθως δεξιά και αριστερά δωμάτια τα οποία χρησίμευαν είτε για να κατασκευάζουν εργαλεία είτε για αποθηκευτικό χώρο των εργαλείων που χρησιμοποιούσαν στη γεωργία-κτηνοτροφία.

 

Περνώντας τη συνήθως βαριά ξύλινη κεντρική πόρτα αντικρίζουμε την κουζίνα όπου υπήρχε το τραπέζι στρωμένο με κρητικά κεντήματα πήλινα πιάτα και σχεδόν πάντα το ρακί με τα ρακοπότηρα. Η πιατοθήκη χώρος αποθήκευσης για τα πιάτα της οικογένειας.

 

Ακολουθεί το κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού τον χώρο που συνήθως στα περισσότερα σπίτια βρισκόταν ο καναπές (σκεπασμένος με υφαντά και κρητικά κεντήματα) πάνω στον οποίο είχε φωτογραφηθεί κάθε οικογένεια. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι από το 1907 δεσπόζει στα περισσότερα κρητικά σπίτια η φωτογραφία του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Δεξιά και αριστερά υπήρχαν σκάλες (ξύλινη ή με εξωτερική λιθόχτιστη) οι οποίες κατέληγαν στους εξώστες (οντάδες) που χρησιμοποιούνταν ο ένας σαν κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού και ο άλλος ως εφηβικό δωμάτιο.

Στο πίσω μέρος του σπιτιού υπήρχε η αποθήκη. Χώρος στον οποίο αποθηκεύονταν τα πιθάρια με το κρασί και το λάδι πάντα παραγωγή της οικογένειας.

Απαραίτητος σε κάθε κρητικό σπίτι ήταν ο αργαλειός, η ανέμη όπως επίσης μεταγενέστερα η ραπτομηχανή και κάθε εργαλείο που χρησίμευε στην κατασκευή υφαντών και ειδών ένδυσης.

 

Τέλος στο πίσω μέρος του σπιτιού συναντούσε κανείς το μαγκάλι που το χρησιμοποιούσαν ως εστία θέρμανσης και το βολόσυρο (δύο πέτρες η μια πάνω στην άλλη) για να αλέθουν το σιτάρι για την παρασκευή του ψωμιού.

Ο χαρακτήρας του κρητικού σπιτιού δικαιολογείται από την τραχύτητα του χώρου αλλά και της ζωής. Το βουνό, πηγή ζωής και καταφύγιο, οι συνεχείς επαναστάσεις και καταστροφές έκαναν τον Κρητικό να μην πιστεύει στην μονιμότητα του κτίσματος του. Αναγκασμένος να ξαναχτίζει από την αρχή πάνω στα ερείπια το σπίτι του, το χτίζει μ` έναν τρόπο πρόχειρο και γρήγορο, δίνοντας έτσι το χαρακτήρα του προσωρινού.

 

Μέσα από την ανάγκη για βελτίωση της ζωής του Κρητικού, το λαϊκό σπίτι εξελίχθηκε με τις εξής μορφές :

Θολιαστό σπίτι ή μητάτα ή κούμοι

Σπίτι με δώμα

Σπίτι με στέγη

Σπίτι με στέγη και σαχνισί

Είναι πολύ σημαντικό να αναφέρουμε ότι σήμερα στο νησί διατηρούνται πολλοί οικισμοί από την Αρχαιότητα κρατώντας αναλλοίωτο το όνομα τους. Με πολύ φροντίδα οι κάτοικοι προσπαθούν να συντηρήσουν τις παραδοσιακές κατοικίες όπως η Μίλατος, η Τύλισσος, η Πολυρρήνια κ.ά. Το πλέγμα των οικισμών της Βενετοκρατίας έχει ακόμη διατηρηθεί χωρίς μεγάλες αλλαγές. Οι Τούρκοι δεν έχτισαν καινούργιους οικισμούς και τέλος ονομασίες οικισμών όπως Γάζι, Μουχτάρι κ.ά. προέρχονται πιθανότατα από την εποχή της Αραβοκρατίας.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις μεγάλες καταστροφές που άφησε πίσω του στα κρητικά χωριά, τα σπίτια ανοικοδομούνται με σύγχρονα υλικά, κάτι που από την μια αλλοίωσε το παραδοσιακό πρότυπο των τελευταίων αιώνων, αλλά από την άλλη αποκατέστησε τα μινωικά χαρακτηριστικά της εξωστρέφειας, και της “διαφάνειας” που είχαν χαθεί από το φόβο των κατακτητών και της πειρατείας.

Όπως λοιπόν έχει γράψει και ο Νίκος Καζαντζάκης «σοβαρό είναι το πρόσωπο της Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχείες, αγέλαστες. Κοιτάζεις από το αεροπλάνο την Κρήτη ν’ απλώνεται στη θάλασσα και νιώθεις πως αληθινά το νησί τούτο είναι γιοφύρι ανάμεσα στις τρεις τούτες μεγάλες Μοίρες. Για πρώτη φορά στην Ευρώπη πήδηξε κι έχτισε φωλιά στην Κρήτη το πεινασμένο αρπαχτικό πουλί που το λέμε Πνεύμα. Άπλωσε τις φτερούγες του στο Κρητικό χώμα και γέννησε το μυστηριώδη, βουβό ακόμα, όλο ζωή, χάρη, κίνηση και λαμπρότητα, Κρητικό πολιτισμό».

Μία εξαιρετική μελέτη για την Ποιοτική και Πολιτική Διάσταση Μουσειακής Αναπαράστασης «ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΣΠΙΤΙ», από τον Ψαρουδάκη Αντώνιο.

Στις τελευταίες σελίδες της, ο συγγραφέας παραθέτει βιβλιογραφία κι ένα σύντομο βιογραφικό του.