Διάφορα

Αρώματα και γεύσεις Ελλάδας

Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε σε αυλές, παίξαμε, μαλώσαμε σε αλάνες και την άλλη στιγμή τρέξαμε στη γιαγιά να μας φιλέψει γλυκό του κουταλιού και κουλουράκια!

Θύμησες και νοσταλγία για  όσα ζήσαμε στα παιδικά μας χρόνια…

Είναι τα ίδια πράγματα που αναζητώ και σήμερα κάθε φορά που βρίσκω ευκαιρία να ξεφύγω από τη βουή και την ένταση της μεγαλούπολης.

Μικρές ή μεγαλύτερες εξορμήσεις μέσα στη φύση και τα χρώματα, για να τρυπώσω στο πρώτο καφενεδάκι που θα βρω στο δρόμο μου. Έτσι έγινε κι αυτήν τη φορά!

Φθινόπωρο… Οκτώβρης. Ο επαρχιακός δρόμος μ’ έβγαλε στο πέτρινο γιοφύρι. Στενό, με τα δέντρα ν’ απλώνουν τα πελώρια κλαδιά τους, λες και ήθελαν να το αγκαλιάσουν και να το κρύψουν μέσα τους. Μα μόλις το πέρασα, ένιωσα ότι αυτά τα  τριάντα μέτρα με χώριζαν απ’ τον παράδεισο! Ένας άλλος κόσμος φανερώθηκε μπροστά μου! Γεμάτος χρώματα! Χρυσοκόκκινα πλατιά φύλλα πάνω στα δέντρα και φθινοπωρινά λουλούδια στόλιζαν τις αυλές και μου έστελναν το άρωμά τους από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου. Εκεί, κόβεις ταχύτητα, και απολαμβάνεις!… Τα σπίτια χαμηλά, με κεραμοσκεπές, τα περισσότερα πετρόκτιστα και σκαρφαλωμένα στους ώμους του λόφου. Μια γυναικεία φιγούρα ακουμπισμένη στο ανοιχτό παράθυρο μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, με «καλωσόριζε» με τον δικό της τρόπο. Σταμάτησα το αυτοκίνητο για να ρωτήσω πού μπορώ να πιω καφέ και να ξεμουδιάσω από το ταξίδι. «Θα πάρεις το δρόμο που ανηφορίζει δεξιά και θα βγεις στον καφενέ του Παναγή. Ψήνει τον καλύτερο καφέ» μου είπε.

Ακολούθησα τη διαδρομή που μου επέδειξε και σε δυο λεπτά βρέθηκα μπροστά την πόρτα του μαγαζιού με μια ξύλινη ζωγραφιστή ταμπέλα που έγραφε «Καφενείον Ωραία Ελλάς»

Η ώρα ήταν δώδεκα, σχεδόν μεσημέρι. Άνοιξα την πόρτα του μαγαζιού και μπήκα σ’ έναν ζεστό και φιλόξενο χώρο. Φωτογραφίες και μικροαντικείμενα μαρτυρούσαν ότι το καφενεδάκι αυτό, ξεπερνούσε έναν αιώνα ζωής. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να έχει τη  φρεσκάδα του νέου και τη ζεστασιά του ώριμου. Με καλωσόρισε ο Παναγής μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο και με οδήγησε στην πιο ζεστή γωνιά του μαγαζιού.

Η άκρη του ματιού μου έπιασε την κυρά Καλλιόπη, τη μάνα του Παναγή όπως έμαθα αργότερα, να κοιτάζει ερευνητικά από την άκρη της κουζίνας. «Τι να φέρουμε;» με ρώτησε ο Παναγής. «Να πω την αλήθεια, ξεκίνησα για καφέ. Η ώρα όμως σηκώνει τσιπουράκι, αν έχεις καλό μεζέ». «Εδώ το τσίπουρο είναι δικό μας, παραγωγής μας, και τα μεζεδάκια είναι πολλά και μερακλίδικα, από τα χεράκια της κυρά – Καλλιόπης», μου είπε.

Όσο τα ποτήρια και τα πιάτα πηγαινοέρχονταν, πιάσαμε την κουβέντα. Μου μίλησε για το χωριό, για την ιστορία του καφενέ που πέρασε από γενιά σε γενιά, για την τοπική παραγωγή, για τους ανθρώπους και τις δυσκολίες εκεί, αλλά και για την ομορφιά της δημιουργίας!  Ναι, η ζωντάνια και η πρόοδος κρύβονται στους δημιουργικούς ανθρώπους!!

Στον πάγκο δίπλα απ’ το ταμείο είχε βαζάκια με γλυκά κουταλιού, μαρμελάδες, κομπόστες, σάλτσες και βότανα. Πολλά, από τα  χεράκια της κυρά –Καλλιόπης. Άλλα, από τον γυναικείο συνεταιρισμό του χωριού.

Ήταν αδύνατον ν’ αντισταθώ! Ήθελα να τ’ αγοράσω όλα!! Τελικά, πήρα γλυκό βύσσινο, μαρμελάδα φράουλα, σάλτσα με βασιλικό και δεντρολίβανο. Και κέρασμα δύο μεγάλα κομμάτια από την χειροποίητη χορτόπιτα της κυρά Καλλιόπης, τακτοποιημένη στο ζεμπιλάκι, όπως θα μου την έστελνε πεσκέσι η γιαγιά μου.

Ο Παναγής είναι ένα παλικάρι γύρω στα τριανταπέντε, που αποφάσισε να «αποκεντρωθεί» πριν έξι χρόνια. Πήρε τη γυναίκα του και το οκτάχρονο κοριτσάκι τους κι έκανε στροφή στην ποιότητα!

Για όλους  αυτούς τους ξεχωριστούς ανθρώπους, έχουμε πολλές ιστορίες να πούμε. Έχουμε πολλούς θησαυρούς να ανακαλύψουμε!

Δεν έχει σημασία πώς λέγεται το χωριό. Η Ελλάδα μας είναι γεμάτη τέτοιους τόπους! Σημασία έχει να γευόμαστε μικρά κομμάτια παράδοσης,  να κρατάμε μέσα μας εικόνες, μυρωδιές, και να τις μετατρέπουμε σε αντισώματα αυθεντικότητας, ποιότητας και σοφίας στην καθημερινότητά μας!

Χρώματα και γεύσεις! Αναμνήσεις και αισθήσεις…

Εις το επανειδήν…

(2017)