Παροιμίες – Γνωμικά

Ο Μάης έχει τ’ όνομα κι ο Απρίλης τα λουλούδια
Οι όψιμες θέλουν βροχές κι οι πρώιμες δροσούλες
Από τη γης βγαίνει το χρυσάφι κι από το σκουλήκι το μετάξι
Η αγάπη σου είναι ψεύτικη σαν τ’ Απριλιού το χιόνι, πρωί-πρωί απλώνεται, το μεσημέρι λειώνει
Εκεί που καίει τ’ Άγιο Φως, άλλη φωτιά δεν πιάνει
Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι
Άγια Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας αποκρίθη: «Μαζέψτε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο μύλο, γιατί ο Αι-Νικόλας έρχεται με χιόνια φορτωμένος»
Αη Βαρβάρα βαρβαρώνει, Αη Σάββας σαβανώνει κι Αη Νικόλας παραχώνει!
Ακόμα δεν τον είδαμε και Γιάννη τον εβγάλαμε
Άλλη καμιά δε γέννησε μόνο η Μαριώ το Γιάννη
Αλλού τ’ όνειρο κι αλλού το θάμα
Άμα δεις λαγόν εμπρός σου, τρεις φορές καν’ το σταυρό σου
Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σ’ εκείνον το ζευγά που ‘χει πολλά σπαρμένα
Αν δεν γελάσεις το πρωί, μην καρτερείς το βράδυ
Αν δεν γονάτιζε γκαμήλα, δεν θα την φορτώνανε
Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς και βάλεις άλλους να σε ξύσουν, θα σε γδάρουν
Αν είχαν οι Γιάννηδες γνώση, θα μας δάνειζαν καμπόση
Αν θέλει ο Θεός, παρηγορείται η χήρα
Από αγκάθι βγαίνει ρόδο κι από ρόδο βγαίνει αγκάθι
Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνας
Ας ήμουν νιος και να ‘ξερα, γέρος και να μπορούσα
Αύγουστε καλέ μου μήνα, να ‘σουν δυο φορές το χρόνο
Βγάζει απ’ τη μύγα ξίγκι
Βγάλε το παιδί σου Γιάννη, κάθε μήνα να γιορτάζει
Για χάρη του βασιλικού ποτίζεται και η γλάστρα
Γιάννη είχα, Γιάννη έχω, κι αν ποτέ μου θα χηρέψω, πάλι Γιάννη θα γυρέψω
Γιάννης και του Θεού η χάρη
Γιάννης κερνάει , Γιάννης πίνει
Γιάννης πήγε, Γιάννης ήρθε
Γύρευ’ αγά μου τη δουλειά σου κι ο Γιάννης δεν είναι για χαράτσι
Δεκέμβρη με τα κρύα σου και πως θα ξεκρυωσω.....
Δεν έχει η γλώσσα κόκαλα και κόκαλα τσακίζει
Δυο Γιάννηδες κι ένας Πέτρος κάνουν ολάκερο γάιδαρο
Δυο καρπούζια σε μια μασχάλη δεν κρατιούνται
Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν
Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα
Είδες πράσινο άλογο; Είδες Γιάννη φρόνιμο...
Είναι για τον Αγιάννη
Εκεί που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα ‘ρθεις
Εκύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι
Εφτού που είσαι ήμουνα και δω που είμαι θα ‘ρθεις
Η εβδομάδα του δουλευτή έχει εφτά μέρες, η εβδομάδα του τεμπέλη έχει εφτά αύριο
Η μοίρα κάνει τα προικιά, το ριζικό τα κάλλη
Κάθε κακό θυμίζεται, κάθε καλό ξεχνιέται
Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο
Καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια
Κάλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε
Κάμεις καλό, κάμεις κακό, θα ’ρθει γυρεύοντάς σε
Καράβι που αργεί, σκατά είναι φορτωμένο
Κατά μάνα κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα
Κατά το μαστρο-Γιάννη και τα κοπέλια του
Κάτσε κόρη ανύπαντρη, να κάμω γιο να πάρεις
Κι αυτοκράτορας να γένεις, πάντα Γιάννης θε να μένεις
Κόψε λεύκα, κάμε Αντώνη· κι από πλάτανο Μανώλη· κι αν ρωτάς και για τον Γιάννη, ό,τι ξύλο κόψεις κάνει
Με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ’ αλληθωρίσεις
Μην κουνάς τα πόδια σου πριν ανεβείς στο γάιδαρο
Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό
Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω μέλι να γειάνει
Νύφη σας θα γένει την πεθερά θα μοιάσει
Ο άδειος ο τενεκές κάνει το μεγαλύτερο θόρυβο
Ο άνθρωπος ό,τι μπορεί κι ο Θεός ό,τι θέλει
Ο Γενάρης δεν γεννά μήτε αυγά μήτε πουλιά, μόνο χιόνια και νερά
Ο Γιάννης ο σπανός μας λείπει
Ο Γιάννος βγαίνει στα βουνά κι η Μαρουδή στους κάμπους
Ο Οκτώβρης θέλει γέλια, γιατί ανοίγουν τα βαρέλια
Ο τεμπέλης κι ο φαγάς, ή χωροφύλακας ή παπάς
Ο χορτάτος, τον νηστικό δεν τον σκέφτεται
Οκτώβρη και δεν έσπειρες, στάρι μην περιμένεις
Όλη μέρα καλογιάννη και το βράδυ κακογιάννη
Όλοι μιλούν για τ' άρματα κι ο Γιάννης για την πίτα
Όποιος γιοματάει στο σπίτι του, δειπνάει στο χωράφι
Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, σαράντα μέρες κοσκινίζει
Όποιος σκορπάει τον καιρό, δεν τον ξαναμαζεύει
Όποιος στην ξέρα περπατεί και θάλασσα γυρεύει, ο διάβολος οπίσω του κουκιά του μαγειρεύει
Όπου γάμος και τραπέζι και ο Γιαννάκης εις τη μέση
Όσο βαραίνει ένας άνθρωπος, δε βαραίνει ο κόσμος όλος
Όχι Γιάννης … Γιαννάκης
Παναγία κι Άι-Γιάννη, βάλε ψάρι στο τηγάνι
Πάντα νέο στο κατάρτι, πάντα γέρο στο τιμόνι
Πιάσ’ το Γιάννη τον άπιαστο
Πότε μήλα, πότε φύλλα
Πότε ο Γιάννης δεν μπορεί , πότε ο κώλος του πονεί
Σαράντα πέντε Γιάννηδες ενός κοκκόρου γνώση
Σε ‘κείνον που γελά, πάν’ τα πράγματα καλά
Σέρνει ο Γιάννης το Γιαννάκη, κι η Γιαννάκαινα το Γιάννη
Σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει
Στη βράση κολλάει το σίδερο
Στραβά δόντια, ίσια μοίρα
Τα καλά του Γιάννη θέμε και το Γιάννη δεν τον θέμε
Τα όσα έχει η μοίρα στο χαρτί, πελέκι δεν τα κόβει
Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα
Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω
Τι κι αν σε δέρνουν δεκατρείς, αν δε σε δέρνει ο νους σου
Το Μάρτη ξύλα φύλαγε μην κάψεις τα παλούκια
Του Απρίλη η βροχή κάθε στάλα και φλουρί
Τρέξε Γιάννη γύρευε και Νικολό καρτέρει
Των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν
Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα
Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη
Χαρά σε κείνον που γελά με τα παθήματά του, που κάνει γλέντι τον καημό, χορό τα βήματά του
Χιόνι ρίχνει το Φλεβάρη, βάνεις στάρι στο κελάρι

Ενα Σχόλιο

  • EFI

    Των φρονιμων τα παιδια ,πριν πεινασουν μαγειρευουν

Leave a Reply